Wednesday, June 16, 2021

68. madonna - ray of light [1998]

ίσως ταιριάζει, ίσως και όχι,
αυτό μου γυάλισε τώρα.
έχω ακόμα ένα, ίσως δύο,
που τα παιδεύω από τον δεκέμβριο, 
αλλά οκ θα τα βρω, δεν με φοβάμαι.

είναι γεγονός ότι την θυμάμαι από αρκετά μικρή ηλικία,
την είχα δει σε κάτι mtv music awards,
εκείνες τις ένδοξες ημέρες,
στο σπίτι της θείας-μαζί με ξάδερφο,
και μου είχε κάνει τρομερή εντύπωση,
δεν θυμάμαι τι ακριβώς, 
αλλά κάτι θα είχε κάνει, όπως συνήθιζε.

κατόπιν ήρθε το ροκ, το μέταλ,
κάτι πιο ταιριαστό,
οπότε απλά την γνώριζα σαν όνομα, 
και η σχέση μας παρέμενε σε εκείνο το επίπεδο.

μία εξαίρεση, αν μου επιτραπεί,
στο secret, τραγούδι από το bedtime stories,
που πραγματικά με συγκλόνισε όταν είχα ακούσει, 
αν και παιδί, αυτός ο ερωτισμός,
η ατμόσφαιρα, κάτι μου έκαναν,
δεν μπορούσα να πάρω τα μάτια μου από πάνω της.

ήταν σαν απαγορευμένη στα μάτια μου,
δεν ήταν εύκολο να λες ότι σου αρέσει η madonna,
ειδικά στις δικές μας κλίκες,
ειδικά στην εξωτική ηλιούπολη, 
τρε μπανάλ που έλεγε και η βέσπα.

ευτυχώς όμως, πολύ ευτυχώς,
ένα ξεκάρφωτο ανοιξιάτικο απόγευμα,
πετυχαίνω το φρέσκο βίντεο από το frozen,
και όλα αυτά πλέον θα γινόταν παρελθόν.

ας μην κρυβόμαστε, 
υπάρχει madonna πριν το ray of light και μετά.

υποθέτω η μητρότητα την έκανε να σκεφτεί κάτι διαφορετικά.

έτσι φαίνεται και από ολόκληρο τον δίσκο,
δεν έχει κάποιο γνώριμο χαρακτηριστικό της μέσα,
δεν είναι δίσκος για να χορέψεις, όπως οι προηγούμενοι έξι,
αλλά είναι ηλεκτρονικός στην ουσία του,
william orbit φωνάζει από παντού,
παραμένει στο ίδιο dna, αλλά όχι ακριβώς,
και το frozen που λέγαμε παραπάνω είναι εξαιρετικό παράδειγμα.

έχει ρίξει ταχύτητες, 
έχει βάλει μαύρα,
έχει και chris cunningham σκηνοθέτη,
προσωπική της επιλογή 
μετά την θέαση του μοναδικού//τρομακτικού//τρομερού βίντεο 
στο come to daddy του aphex twin,
και σε παρακαλάει να την ακούσεις για πρώτη φορά, 
να μην δώσεις σημασία σε ό,τι άλλο αχρείαστο,
οι λέξεις έχουν τον πρώτο λόγο εδώ.

μαυροντυμένη, 
αλλά παριστάνοντας την νύφη,
αν κρίνει κανείς τα τατουάζ στα χέρια της,
και κάνει την σύνδεση με τον ανατολή, 
και τις συνήθειες που υπάρχουν σε αυτά τα μέρη.

διαβάζοντας μετέπειτα,
το όλο concept του δίσκου βασίστηκε στην αντιπαραβολή της δύσης με την ανατολή,
όπως λέει και ο bowles στο sheltering sky,
κάτι μεταξύ βρετανίας και μαρόκου,
σαν να ψάχνει έναν τρόπο να σώσει κάτι, 
πηγαίνοντας σε διαφορετικά μέρη, προσπαθώντας να ζήσει καινούριες εμπειρίες,
μήπως και αναζωπυρώσει το μέσα της.

στο nothing really matters κάνει μία ακόμα ενδοσκόπηση,
δεν είναι ούτε η πρώτη, ούτε η τελευταία στον δίσκο,
και βασισμένη στο memoirs of a geisha του arthur golden,
μας ταξιδεύει στην ιαπωνία, 
και χορεύει μόνη της, χωρίς χορογράφο,
εξού και οι περίεργες κινήσεις στο βίντεο,
καθώς θέλει να σπάσει τα δεσμά που έχει,
δεν έχει σημασία αν τα τοποθέτησε εμμέσως η ίδια ή όχι,
κρατάμε την σημασία της αγάπης, 
και πως αυτό είναι που μετράει στο τέλος.

μπορώ να γράφω για πολλές ώρες πάνω στον δίσκο,
αλλά ας το μαζέψω.

πλήρως εσωστρεφής, 
αφιερωμένος στην αγάπη και τις μορφές που εμφανίζεται στην ζωή μας,
στις αναζητήσεις μας, και που μας οδηγούν,
στις ανάγκες μας που αλλάζουν με τα χρόνια, 
στις σκέψεις μας και το timing των πραγμάτων που βιώνουμε.

δεν έχει σημασία αν περιμέναμε τόσο ώριμο δίσκο από την συγκεκριμένη,
ας ξεπεράσουμε τα στεγανά που δημιουργούμε εμείς οι ίδιοι για τους καλλιτέχνες,
ας γίνουμε ακροατές και ας μην κοιτάμε το πριν και το μετά.

αυτή η στιγμή του 1998 είναι τουλάχιστον αξιομνημόνευτη,
αυτός ο δίσκος είναι συγκλονιστικός,
και σχεδόν 25 χρόνια μετά, ακούγεται ακόμα φρέσκος.

τότε προσκύνησα πρώτη φορά την μαντόνα, 
και δε σταμάτησα από τότε.

(you were my lesson//i had to learn)



το κομμάτι μου:
Drowned World / Substitute For Love

επειδή
η πρώτη εντύπωση είναι σοκαριστική.

δεν το περιμένεις.

ό,τι έχει ζήσει, 
ό,τι έχει νιώσει,
υπάρχει στους πρώτους στίχους του τραγουδιού.

σαν μία απολύτως πετυχημένη συνεδρία σε ψυχολόγο,
μία απόλυτη περιγραφή.

δεν φοβάται, παραδέχεται και αποδέχεται το παρελθόν,
προσπαθώντας να διαφοροποιήσει το μέλλον.

δεν είναι η ίδια πλέον,
και αυτό το τραγούδι το κάνει ξεκάθαρο.

έτσι μπαίνει ο δίσκος, 
δύσκολο να πιστέψεις, 
ένα ατμοσφαιρικό πεντάλεπτο κομμάτι για πρώτο,
και είναι τόσο ταιριαστό, δε φαντάζεσαι.

εμφανώς επηρεασμένη από την trip hop της εποχής,
δημιουργεί έναν ύμνο, σχεδόν κυριολεκτικά,
που με έχει συντροφεύσει περισσότερο και από συντρόφους μου.

είναι στιγμές που ένα τραγούδι σε οδηγεί αλλού,
σε παίρνει από το μέρος που βρίσκεσαι,
σε τοποθετεί εκεί που θέλει αυτό, 
εσύ απλά το συνεχίζεις αυτό το ταξίδι, αν θέλεις.

θέλεις;






Tuesday, May 4, 2021

67. the verve - urban humns [1997]

έχω καιρό να έρθω εδώ,
οπότε λειτούργησα ανάλογα με τον καιρό,
και θα πιάσω έναν αγαπημένο ανοιξιάτικο δίσκο.
ίσως να έχω ξεχάσει πως γίνεται, 
ίσως να είναι σαν το ποδήλατο,
οπότε πάμε με κάτι εύκολο.

πήγαινα για άλλο δίσκο, 
αλλά δεν έβγαινε ακόμα, 
και έτσι όπως έκανα βόλτα στην λίστα, 
έπεσε το μάτι μου εδώ, 
και κάτι μέσα μου χαμογέλασε.

είπαμε, ήθελα κάτι εύκολο, κάτι ακίνδυνο.

μα πόσο ωραίος δίσκος,
γεμάτος αναμνήσεις και εικόνες, 
γεμάτος χρώματα και ιστορίες.

ήμουν 18 όταν είχε βγει ο δίσκος, 
δεν θυμάμαι να τον περιμένω όπως άλλους, 
αλλά προφανώς είχα τρελαθεί με το bitter sweet symphony,
όπως όλοι όσοι το είχαν ακούσει τότε πιστεύω.

βέβαια οι συνεχόμενες ακροάσεις έφτασαν στο όριο θα έλεγα,
και σήμερα που μιλάμε,
είναι ένα από τα κομμάτι που απαγορεύεται να βάλει dj,
αν σέβεται τον εαυτό του.

πριν από κάποια χρόνια είχαμε κάνει μία λίστα,
με κομμάτια που αν ακούσεις έξω, 
φεύγεις από το μαγαζί χωρίς δεύτερη σκέψη,
και αυτό ήταν σίγουρα στην δεκάδα.

αυτό δεν αλλάζει το πόσο μεγάλο τραγούδι είναι βέβαια,
απλά το ότι έπαιζε κάθε μισή ώρα σε mtv/ραδιόφωνα το διέλυσε.

λες και ήταν δίσκος χωρίς singles, 
το the drugs won't work ας πούμε, 
το weeping willow, το rolling people,
τραγούδια που όρισαν τον βρετανικό ήχο τα επόμενα χρόνια.

εδώ βέβαια να αναφέρουμε και την ενορχήστρωση,
την γενικότερη παραγωγή του δίσκου,
που ακούγεται ακόμη και σήμερα φρέσκια,
δείγμα τρομερής δουλειάς που κλείνει σχεδόν 25 χρόνια,
και παρόλα αυτά κρύβει εξαιρετικά την ηλικία του.

ακόμα θυμάμαι τις ημέρες στο stones, 
που προσπαθούσα να χωρέσω το lucky man στο set,
και τον φόβο που έχω όταν παίζω τέτοια τραγούδια,
να έχω έτοιμο το επόμενο, 
γιατί χάνομαι, πάει αλλού το μυαλό μου,
σκόρπιες σκέψεις μου επιβάλλονται και χάνω την έννοια του χρόνου,
δεν φταίω εγώ αφεντικό, θα το σώσουμε.

η μεγάλη απορία βέβαια είναι και σε αυτό το συγκρότημα παρούσα,
αυτό το μεγάλο what if υπάρχει και εδώ,
τι θα γινόταν αν τα πηγαίναν καλά μεταξύ τους, 
και δεν βαρούσαν διάλυση,
τι θα κυκλοφορούσαν σαν συνέχεια.

το forth που ήρθε δέκα χρόνια μετά ήταν τίμια προσπάθεια,
αλλά κάτι είχε χαθεί στο ενδιάμεσο, 
κάτι έλειπε..

αυτά τα βιολιά πάντως,
ακόμα ακούγονται ιδανικά στα αυτιά μου,
ακόμα ακούγονται ταιριαστά,
ακόμα μου προκαλούν ρίγος.

ακόμα θυμάμαι τους στίχους.
ακόμα προσπαθώ που λέγαν και οι πυξ λαξ.



το κομμάτι μου:
Sonnet

ξαναείδα το βίντεο,
είχα έρωτα με αυτό όταν είχε βγει,
και ένας άνθρωπος που είχα έρωτα, 
είχε έρωτα και αυτός με αυτό.

κάτι θυμάμαι,
και όλα έρχονται σιγά σιγά,
αυτό το υπέροχο build up,
η ένταση και το σπάσιμο,
ένα τραγούδι που δεν μπορείς να το ακούσεις σε χαμηλή ένταση,
που δεν μπορείς να μην το τραγουδάς και εσύ παρέα με τον ashcroft.

η καρέκλα στο βίντεο,
η κάμερα πάνω σε ράγες - πρωτόγνωρη εμπειρία για μένα,
και εγώ να περιμένω με το χέρι το record,
να το γράψω σε βιντεοκασέτα,
επειδή δεν το έπαιζε όσο ήθελα η τηλεόραση,
όλα όπως πρέπει και χρειάζεται για να μιλήσω για μνήμες,
στιγμές που είναι πάνω από εμένα,
στιγμές που ίσως να τις ξεχνάμε κάποιες φορές,
αλλά με την πρώτη ευκαιρία να δηλώνουν παρούσες.

οι στιγμές.

(here we go again, and my head is gone)


The Verve:
Richard Ashcroft
Nick McCabe
Simon Tong
Simon Jones
Peter Salisbury