Tuesday, October 23, 2018

28. rise against - the sufferer & the witness [2006]

είναι περίεργο που δεν τους γνωρίζεις αυτούς.

εντάξει, αν όντως τους ξέρεις, μη δώσεις σημασία,
αλλά, εσύ που τους ξέρεις,
σίγουρα θα συμφωνήσεις με το παρακάτω.

οι rise against είναι η σημαντικότερη μπάντα,
που δεν της έχεις δώσει ουσιαστική σημασία.

τα 00's ήταν δύσκολη περίοδος για την μουσική,
το γιατί είναι άλλη συζήτηση,
αλλά πολλά πράγματα πήγαν πίσω.

λίγο το napster,
λίγο η 9/11,
λίγο κρασί,
λίγο θάλασσα.

η επιλογή του συγκεκριμένου album ήταν από τις δύσκολες,
ο δίσκος είχε κενό στο excelάκι με τα συγκροτήματα/δίσκους που θέλω να γράψω.

κατέληξα εδώ για κάποιους λόγους,
το b-side έπαιξε καταλυτικό ρόλο στις εξελίξεις.

τέταρτος δίσκος για την μπάντα από την αμερική,
και αυτό που ξεχωρίζει σε μία πρώτη ματιά
είναι ο λόγος που έχουν, οι στίχοι τους,
τα πράγματα που δεν φοβούνται να πουν.

μην ξεχνάμε το χρονικό σημείο που έγιναν όλα αυτά.
γενικά, δεν είναι εύκολο να τα βάλεις με την "αμερική",
πόσο μάλλον λίγα χρόνια μετά το 2001.

παρόλα αυτά κατάφεραν να περάσουν ξεκάθαρα το μήνυμα που ήθελαν,
χωρίς να νερώσουν το κρασί τους.

εδώ λοιπόν,
ακούμε μελωδικό hardcore/punk,
ραδιοφωνικό όμως, με μελωδικά ρεφρέν,
με πιασάρικες μελωδίες,
χωρίς να γίνεται επιφανειακό το άκουσμα όμως.

κάτι θέλουν να σε πουν τα παιδιά,
κάτι έχουν στο μυαλό τους,
κάτι θέλουν να σου μείνει.

όπως στο approaching curve,
που έχει spoken word, ιδιαίτερο στοιχείο της punk μουσικής.
με ιδιαίτερη ιστορία, χωρίς happy end υποθέτω,
ένα ζευγάρι, μέσα στο αμάξι,
σαν να συζητάει για τελευταία φορά,
οδεύοντας προς το τέλος, προς το τρακάρισμα μάλλον. ίσως.

σαν demo ακούγεται το but tonight we dance,
και πιθανότατα να μην έχει ηχογραφηθεί ποτέ σοβαρά,
είναι το b-side που λέγαμε πιο πριν.
tomorrow we will sweat and toil,
our hands will quiver caked with soil,
tomorrow we will give it one last chance,
but tonight we dance
έχει κάτι το ακατέργαστο το συγκεκριμένο κομμάτι,
κάτι μη-γυαλισμένο, κόντρα στην πολύ καλή παραγωγή τους,
αυτά μας αρέσουν, γνωστό αυτό,
αυτά τα δικά μας, της στιγμής.

το prayer of the refugee δεν είχε αυτό το όνομα στην αρχή,
ο τίτλος έλεγε diaspora.

το πρώτο κομμάτι που άκουσα, ever που λένε και στο χωριό μου,
και αν το ακούσετε και εσείς,
θα καταλάβετε γιατί μου έκαναν τόση εντύπωση οι rise against.

ιδανικό νεύρο,
ιδανικός ηλεκτρισμός,
ένα τραγούδι που δεν θα ακούσεις συχνά από μπάντες που γεμίζουν στάδια.

δεν θα ακούσεις εύκολα ονόματα τέτοιου βεληνεκούς να αγγίζουν τέτοια θέματα.
δεν είναι εύκολο ρε παιδί μου, έχει τεράστιο ρίσκο.
πόσο μάλλον όταν το βγάζεις και σαν single,
κάνεις και βίντεο για αυτό.
αυτό να δείτε,
είναι πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα για το ύφος της μπαντάρας.

γενικότερα,
τα προσέχουν τα βίντεο που βγάζουν,
με προσωπικό αγαπημένο το i don't want to be here anymore,
από επόμενο δίσκο, που σίγουρα αξίζει μία θέαση, αν με ρωτάτε.

αδικώ το drones, το ready to fall,
καθώς είναι επίσης εξαιρετικά κομμάτια και αυτά,
μια άλλη στιγμή ίσως να έγραφα για αυτά περισσότερο,
αλλά δεν είναι αυτό το ζητούμενο.

οι rise against δεν είναι μπάντα με έναν αξιόλογο δίσκο,
δεν έχουν ένα χιτάκι.

έχουν συνέχεια, έχουν συνέπεια,
έχουν αντέξει στον χρόνο.

άσχετο, αλλά αν ξανα ακούσω/διαβάσω,
πως ο david bowie είχε διαφορετικό χρώμα σε κάθε μάτι,
θα ορμήξω.
ετεροχρωμία λέγεται, και ο bowie δεν είχε τέτοιο θέμα.
(είχε φάει μπουνιά όταν ήταν μικρός,
και αυτό του άφησε πληγή, σαν να μην μπορούσε να αλλάξει το focus στο ένα μάτι)

ο τραγουδιστής των rise against από την άλλη,
ο tim mcilrath, staightedgeάς αγαπημένος,
γεννήθηκε με ετεροχρωμία στην ίριδα,
έχει το ένα μάτι καφέ, και το άλλο γαλάζιο, αν θυμάμαι καλά.

προφανώς και είχε φάει καλό bullying στο σχολείο,
ίσως και γιαυτό να έγραψε το make it stop (επίσης ανατριχιαστικό βίντεο),
ένα κομμάτι για την οργάνωση it gets better,
που ασχολείται κυρίως με την LGBTQ+ νεολαία.

αυτός ο τύπος λοιπόν,
έχει τόσο πάθος μέσα του,
τόσο νεύρο, τόσο συναίσθημα,
που δεν μπορείς να τον φανταστείς να κάνει κάτι άλλο.
το πάθος, αυτό είναι το σημείο που θα τον/τους διαφοροποιήσει,
αυτό το πάθος που κυριαρχεί σε κάθε τραγούδι.

στο δικό μου κεφάλι,
αυτό είναι ένα από τα σημαντικότερα κομπλιμέντα που μπορείς να κάνεις σε άνθρωπο.
να ζεις για να το κάνεις,
όχι να το κάνεις για να ζεις.

η κιθάρα του άλλωστε,
από πίσω γράφει out of step.
αυτό θα έπρεπε να γράψω,
και να κλείσει εδώ το post.

και πραγματικά απορώ,
πως δεν έχουν γίνει τόσο μεγάλο όνομα,
όσο τους αξίζει.
απορώ.



το κομμάτι μου:
The Good Left Undone


επειδή:
τα λέει ωραία,
και το νιώθει όσο δεν πάει άλλο.
οι στίχοι είναι εκπληκτικοί,
ακόμα ένα τραγούδι τους με εξαιρετικούς συμβολισμούς,
ακόμα ένα τραγούδι για να σκεφτείς,
για ακόμα μία νέα ήττα, μία νέα συντριβή.

(but i know)
not a day goes by, that i don't feel this burn.
there's a point we pass from which we can't return.
i felt the cold rain of the coming storm

δεν μιλάμε γενικά εδώ.
this burn. this.
είναι συγκεκριμένο το κάψιμο.
όπως και συγκεκριμένη η βροχή που έρχεται,
θα σου απαλύνει τον πόνο ίσως.

all because of you, i haven't slept in so long,
when i do i dream of drowning in the ocean,
longing for the shore


ιδανικό.
τέλεια ζυγισμένο.
το μπάσιμο στην γέφυρα με κάνει να θέλω να γυρίσω το τραπέζι ανάποδα,
το ρεφρέν με προκαλεί να ανακαλέσω μνήμες που θα με προσφέρουν αυτό το κάψιμο.

όλα αυτά με διαφορά ελάχιστων δευτερολέπτων.

είναι όμως όλα μάταια στη ζωή;

είναι τελικά ο έρωτας παιδί της λογικής;

αν αναζητάτε απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα,
να ακούσετε πλούταρχο.
εδώ δεν υπάρχουν (τέτοια) ερωτήματα,
υπάρχουν αναφορές σε καταστάσεις του παρελθόντος,
συμβολισμοί για να μας κάνουν να εξελιχθούμε,
να σκεφτούμε αυτό που δεν σκεφτόμασταν τόσο καιρό.

αμερικανάκια με μυαλό,
πραγματικά επικίνδυνος συνδυασμός.



Rise Against:
Tim McIlrath
Joe Principe
Chris Chasse
Brandon Barnes






Saturday, October 13, 2018

27. sun of nothing - the guilt of feeling alive [2011]

δεν με αναγνωρίζετε, γιατί έλειπα καιρό.

θα έγραφα για τον θανάση,
αλλά έχει λίγο καιρό που δεν μου βγαίνει ο θανάσης.

αυτούς εδώ θέλω.

έβγαλε λίγο κρύο, 
και μάλλον πήγε εκεί η συζήτηση.

δεν θα κρυφτώ όμως,
έγιναν αρκετά αυτόν τον καιρό,
σκέφτηκα πολλά, την ύπαρξη πολλών,
και πριν από λίγο κατέληξα εδώ.

όχι εδώ γενικά, εδώ συγκεκριμένα.
εδώ θα μιλήσουμε για τον πιο ακραίο δίσκο μέχρι στιγμής.

αρχίζω από τις αδυναμίες.
δεν τους έχω δει ποτέ live.
πόσο άσχημο αυτό, πραγματικά.
δεν μπορώ να το ξεπεράσω, αλλά θα το κάνω.

είχα μία συζήτηση προχτές,
αυτή πυροδότησε όλο αυτό,
που είχε να κάνει με συναυλίες.

ο άνθρωπος που με έβαλε στην μουσική,
με είπε πως τους είχε δει live κάποια χρόνια πριν,
και ενώ δεν το περίμενε, 
λόγω εμφάνισης των μελών υποθέτω,
μοιάζουν με άνθρωποι μάλλον-γιαυτό,
τους είδε, και έκανε να αρθρώσει λέξη, μισή ώρα μετά το τέλος.

"κάναμε να μιλήσουμε μισή ώρα μεταξύ μας."

αυτό ειπώθηκε.

οι sun of nothing λοιπόν,
είναι μία ελληνική μπάντα, με αγγλικό στίχο,
που παίζει ακραία μουσική. ακραίο metal αν μου επιτραπεί η χρήση της ταμπέλας.

αποκρουστικοί.
εσωτερικοί.

δεν έχεις ακούσει ξανά τέτοιο πράγμα.
τρομακτική ένταση.

εδώ, στον τρίτο δίσκο,
είναι πιο ώριμοι,
ξέρουν καλύτερα τι θέλουν, και πως,
και αυτό βγαίνει προς τα έξω.

τουλάχιστον ιδιαίτερα τα φωνητικά τους,
και ο τρόπος που πραγματοποιούνται επίσης.

δεν είναι για όλους.

πρέπει να ξεπεράσεις πολλά για να τους εκτιμήσεις,
και δεν στα έχουν μάθει στο σχολείο αυτά.

σε έχουν μάθει να βρίσκεις το εύκολο,
το αναίμακτο, 
αυτό που θα έρθει σήμερα-θα τα βρούμε όλα αύριο,
σήμερα να είμαστε καλά.

σε ένα εγκεφαλικό επίπεδο,
θεωρώ τον Χατζιδάκι τον μεγαλύτερο έλληνα που κούρδισε όργανο.
δεν θα αλλάξει εύκολα αυτό.

τους συγκεκριμένους όμως, τους έχω ακριβώς από κάτω.

όπως και ο Μάνος,
έτσι και οι μουσικοί, δεν είναι μόνο μία συγχορδία,
μία νότα.
είναι πολλά παραπάνω.
είναι η σκέψη, 
η αναζήτηση, το πάθος.
νομίζω, αν ζούσε σήμερα, θα τους άκουγε αυτούς,
θα πήγαινε στις συναυλίες τους,
θα τους ανέφερε στις συνεντεύξεις του.

θα εκτιμούσε το the guilt of feeling alive,
στην ουσία του.
σε όλα αυτά που μας έχουν φέρει εδώ,
σε όλα τα σάπια, σε όλα αυτά που ξεχάσαμε-ξεχάσανε,
σε όλα τα big brother,
σε όλα τα voice,
σε όλα τα survivor που καταναλώνουμε σαν να μην υπάρχει αύριο.
σαν.

σε όλα αυτά τα σκουπίδια που μας ταΐζουν,
και τα καταβροχθίζουμε οικειοθελώς,
παρακαλώντας και για άλλα.

ο δίσκος είναι στάση ζωής,
δεν είναι μία απλή συνέχεια ήχων.

έχω ακούσει το sink, 
να το παίζει φίλος σε μαγαζί, 
και στο καπάκι να βάζει χατζηνάσιο.
(γκρέουλα θεέ-πάρε την παε)
ναι γλυκέ μου, ταιριάζει. 
μην το δοκιμάσεις, για να πεις πως το έκανες και εσύ όμως,
δεν θα πιάσει.

φτάσαμε στο σημείο να ντρεπόμαστε,
να έχουμε ενοχές,
που είμαστε ζωντανοί,
αλλά δεν έχουμε γκρουπάκι στο viber να μιλάμε για τα τελευταία reality show.

δεν έχουμε κάτι να πούμε με τους διπλανούς μας.

αυτό πραγματεύεται ο δίσκος.
γιαυτό ο τύπος στο εξώφυλλο είναι μόνος.
γιαυτό είναι γκρι στην πόλη που μένουμε.
γιαυτό νιώθουμε μόνοι μέσα στον χαμό.

αυτές τις ενοχές κουβαλάμε.

αυτό το φως θέλουμε,
που κάποιοι μας τραβάνε μακριά του,
και μας μένει το γκρίζο.
πρέπει να τρέξουμε μακριά (του[ς]).

μην τον ακούσεις τον δίσκο,
δεν θα βγάλεις άκρη.

θα σου αρέσει η μουσική,
αλλά δεν θα νιώσεις την φωνή.
θα μου πεις πως θα σου άρεσε, αν είχε άλλη φωνή,
αλλά δεν καταλαβαίνεις,
όλο αυτό είναι ένα,
δεν έχει μέρη όλο αυτό,
οντότητα είναι,
από ανθρώπους που το αντιμετωπίζουν πολύ σοβαρά,
και η ομορφιά βρίσκεται στην γύμνια, 
που λέγαμε πριν,
το σημαντικό δεν υπάρχει στην ομορφιά,
αλλά στην ουσία,
να μην κρύβεσαι, να μην κρυφτείς,
να το δεις και να το βιώσεις όπως είναι.

για αυτό που φτιάχτηκε.

αυτό κάνουν οι μεγάλοι δίσκοι,
σου αφήνουν κάτι,
ένα αποτύπωμα, μία σκέψη.

αυτός εδώ θα σου αφήσει μία ουλή.
όχι στο δέρμα όμως,
εκεί θα φύγει κάποτε.

εδώ μιλάμε για πάντα.

εγώ πάντως, στα public θα τους έβαζα στο alternative.
επειδή είναι έτσι στην λογική τους στον ήχο,
ακραίοι, μα όχι συμβατικοί. ακραίο alternative.

όχι για να ξεχωρίσουν, ναι το χρειάζονται,
αλλά δεν θα άντεχα να τους βλέπω δίπλα στους saxon.
καλύτερα δίπλα στον david sylvian.
εκεί θα εκτιμηθούν περισσότερο.
ίσως sonic youth.
βασικά μάλλον sonic youth.
σίγουρα δηλαδή. ναι, εκεί.

κλείσε την πουτάνα την τηλεόραση μέσα σου,
και άκου τον δίσκο. φτάνει.

το κομμάτι μου:
Hearthealer

επειδή
παίζει να είναι το σημαντικότερο ελληνικό τραγούδι των τελευταίων 30 χρόνων.

αυτό που βγαίνει, 
αυτό που πηγάζει από την μουσική,
από τις κραυγές του,
με φέρνει σε τέτοια ένταση,
που δεν έχω άλλο τρόπο,
θέλω να κλάψω.

με πιάνει ρίγος,
κάθε γαμημένη φορά.

δεν ξέρω αν έχω γράψει ποτέ πιο ειλικρινά,
μα πραγματικά λυπάμαι αυτούς που δεν θα το ακούσουν ποτέ.
λυπάμαι γιατί δεν θα νιώσουν την έννοια του reset, του συγκεκριμένου μηδενισμού.
δεν είναι ελιτισμός, είναι κυριολεκτικά λύπη.

αυτό το να πηγαίνεις κάτι από την αρχή,
να τα βάζεις κάτω, και να ξαναξεκινάς.
το κομμάτι. 
τις σκέψεις σου.
την λειτουργία σου.

διώχνεις αυτό το βάρος,
αυτή η φωνή σε αφήνει άδειο,
με όλες τις έννοιες.

δεν είναι πάνω από εσένα, και σε διαλύει.
είναι δίπλα σου, πάντα ήταν,
τώρα έχεις ανοιχτά μάτια όμως,
και το αντικρίζεις. το αντιμετωπίζεις.

δεν μπορεί να είναι αυτό το κομμάτι 14 λεπτά.
δεν γίνεται να περνάει τόσο γρήγορα ο χρόνος.

είναι πολύτιμος ο χρόνος μάτια μου,
και μην αφήσεις κανέναν να στον καταστρέψει.

δεν έχω άλλα λόγια-τα είπαν όλα.


Sun Of Nothing:
Ανδρέας
Ηλίας
Γιάννης 
Δημήτρης