περίεργη ημέρα η χθεσινή,
όλα ήταν εκεί πέρα από εσένα θα έλεγα,
αλλά τελικά ήσουν και εσύ,
οπότε έφυγε η ευκαιρία να κάνω δακρύβρεχτη εισαγωγή.
μετά έβγαλε ήλιο,
και έπινα καφέ,
οπότε η θύμηση πήγε σε μια τέτοια στιγμή,
από αυτές που δεν έρχονται εύκολα,
αυτές που τις έχεις κρυμμένες, όχι επίτηδες όμως,
απλά είναι πολύ πίσω, πάρα πολύ.
εκείνο το καλοκαίρι τον είχα ακούσει πολύ αυτόν τον δίσκο.
τον έβαζες να παίζει,
άφηνες λίγο την μπαλκονόπορτα ανοιχτή,
και πήγαινες μπαλκόνι να απολαύσεις καφέ,
απόγευμα συνήθως,
με τις τέντες κάπως στην μέση,
να σε βλέπει ο ήλιος, να μην σε βλέπει ο γείτονας.
ο ορφέας περίδης έχει πολύ ιδιαίτερη φωνή,
πολύ γλυκιά, ταξιδιάρικη θα έλεγα,
αλλά με μία μελαγχολία στο φινάλε,
σαν να προδικάζει το τέλος κάθε κομμάτι που έχει τραγουδήσει.
πήρε την κιθάρα του,
και σιγοντάρει κάποιες φορές στο μπουζούκι,
και κάποιες άλλες στην ηλεκτρική κιθάρα.
ο πρώτος έρωτας ήρθε με τα τραγούδια τα αμερικάνικα,
αυτή η μελωδία της κιθάρας ήρθε πολύ απρόσμενα,
δεν περίμενα να ακούσω αυτούς τους ήχους,
πόσο μάλλον να ταιριάξουν όλα αυτά με αυτές τις ενορχηστρώσεις.
καμία απορία όμως,
όταν κατάλαβα πως στο τέλος παίζει κιθάρα ο δρόλαπας.
πόσο μάλλον να ταιριάξει το παραπάνω τραγούδι,
με το στάγδην βραδέως στον ίδιο δίσκο.
αυτό οφείλεται στο εξαιρετικό tracklist,
και την σειρά που έχουν τοποθετηθεί στο album.
ένα άλλο αγαπημένο κομμάτι είναι ο αυγερινός,
κρατάει έναν περίεργο ρυθμό,
με μία ονειρεμένη ενορχήστρωση,
νιώθεις κάθε όργανο, στον βαθμό που χρειάζεται.
εδώ επίσης εμφανίζεται και στους στίχους ο τίτλος του δίσκου,
μία φράση που χρησιμοποιώ αρκετά,
ακόμα και σήμερα, εκεί που χρειάζεται.
δεν νομίζω να την έχει καταλάβει κάποιος,
μέχρι και σήμερα, αλλά οκ,
όταν το κάνω, χαίρομαι λίγο παραπάνω, δεν θα το κρύψω..
το κάτι μου κρύβεις λογικά είναι και το χιτάκι του δίσκου,
έπαιξε παντού,
και είναι απόλυτα δικαιολογημένο,
τα έχει όλα, εξαιρετική μουσική,
έξυπνοι στίχοι, και ένα ανάλογο βίντεο.
μαγαζί που κλείνει, καπνοί, ελάχιστα φώτα,
ναι είναι όλα σωστά.
εξαιρετικός δίσκος, κυλάει υπερβολικά εύκολα,
δεν θα καταλάβεις πότε θα φτάσεις στο τέλος,
και πότε θα τον ξαναβάλεις να παίξει.
αγαπημένος απογευματινός δίσκος,
ανοιξιάτικος, με συνοδεία καφέ,
ένα τσιγάρο να καίγεται,
μία μνήμη να έρχεται,
μία άλλη να φεύγει.
είμαστε όλοι εδώ,
αόρατοι, και ορατοί.
το τραγούδι μου:
Αχ, Να Σε Δω
επειδή
έχω μία αγάπη για την μυθολογία,
και εδώ μας εξιστορεί έναν αγαπημένο μύθο,
αυτόν του ορφέα και της ευρυδίκης.
μία τρομερή εξιστόρηση της ανθρώπινης φύσης,
με όλα τα ελαττώματα και όλες τις δυνάμεις της.
με τον ορφέα να παίζει την λύρα,
και την ευρυδίκη, ούσα ερωτευμένη μαζί του,
να εντυπωσιάζεται με κάθε του νότα,
ακόμα και με τις φάλτσες, δεν είχε σημασία.
όλα πήγαν στραβά όμως, το κορίτσι μας πέθανε,
και όπως είναι γνωστό πήγε στον άδη.
στα βάθη των ωκεανών,
ακούω τον ήχο των σεισμών,
και από την γη που άνοιξε,
περνάω στον κάτω κόσμο,
να βρω όλα τα χαμένα,
ίσως να βρω και εσένα
εδώ βλέπουμε την δύναμη του ορφέα,
αφού κατάφερε να πάρει την έγκριση των θεών,
για την φέρει πίσω, μάγεψε τον κέρβερο,
και όποιον άλλον συνάντησε με την μουσική του,
και έτσι κατάφερε να να την πάρει από τον άδη,
να την φέρει στον πάνω κόσμο.
ο όρος ήταν να την πάρει,
αλλά μέχρι να ανέβει στην γη,
να μην γυρίσει να κοιτάξει την αγαπημένη του,
κατά την διάρκεια της διαδρομής.
και εδώ βλέπουμε την αδυναμία του ορφέα,
αφού δεν κατάφερε να τηρήσει αυτόν τον όρο,
και έτσι χάθηκε για πάντα η αγαπημένη του..
για αυτόν τον μύθο μας μιλάει αυτό το τραγούδι,
όχι τόσο ξεκάθαρα, κάπως συγκαλυμμένα,
αφού δεν μας λέει το τέλος,
απλά μας αναφέρει διακριτικά ότι κάτι ψάχνει,
κάτι θέλει να βρει.
ίσως γιατί καμιά φορά μπορεί να αλλάζει το τέλος στις ιστορίες.
εγώ δεν κοιτάω πάντως.
όλα ήταν εκεί πέρα από εσένα θα έλεγα,
αλλά τελικά ήσουν και εσύ,
οπότε έφυγε η ευκαιρία να κάνω δακρύβρεχτη εισαγωγή.
μετά έβγαλε ήλιο,
και έπινα καφέ,
οπότε η θύμηση πήγε σε μια τέτοια στιγμή,
από αυτές που δεν έρχονται εύκολα,
αυτές που τις έχεις κρυμμένες, όχι επίτηδες όμως,
απλά είναι πολύ πίσω, πάρα πολύ.
εκείνο το καλοκαίρι τον είχα ακούσει πολύ αυτόν τον δίσκο.
τον έβαζες να παίζει,
άφηνες λίγο την μπαλκονόπορτα ανοιχτή,
και πήγαινες μπαλκόνι να απολαύσεις καφέ,
απόγευμα συνήθως,
με τις τέντες κάπως στην μέση,
να σε βλέπει ο ήλιος, να μην σε βλέπει ο γείτονας.
ο ορφέας περίδης έχει πολύ ιδιαίτερη φωνή,
πολύ γλυκιά, ταξιδιάρικη θα έλεγα,
αλλά με μία μελαγχολία στο φινάλε,
σαν να προδικάζει το τέλος κάθε κομμάτι που έχει τραγουδήσει.
πήρε την κιθάρα του,
και σιγοντάρει κάποιες φορές στο μπουζούκι,
και κάποιες άλλες στην ηλεκτρική κιθάρα.
ο πρώτος έρωτας ήρθε με τα τραγούδια τα αμερικάνικα,
αυτή η μελωδία της κιθάρας ήρθε πολύ απρόσμενα,
δεν περίμενα να ακούσω αυτούς τους ήχους,
πόσο μάλλον να ταιριάξουν όλα αυτά με αυτές τις ενορχηστρώσεις.
καμία απορία όμως,
όταν κατάλαβα πως στο τέλος παίζει κιθάρα ο δρόλαπας.
πόσο μάλλον να ταιριάξει το παραπάνω τραγούδι,
με το στάγδην βραδέως στον ίδιο δίσκο.
αυτό οφείλεται στο εξαιρετικό tracklist,
και την σειρά που έχουν τοποθετηθεί στο album.
ένα άλλο αγαπημένο κομμάτι είναι ο αυγερινός,
κρατάει έναν περίεργο ρυθμό,
με μία ονειρεμένη ενορχήστρωση,
νιώθεις κάθε όργανο, στον βαθμό που χρειάζεται.
εδώ επίσης εμφανίζεται και στους στίχους ο τίτλος του δίσκου,
μία φράση που χρησιμοποιώ αρκετά,
ακόμα και σήμερα, εκεί που χρειάζεται.
δεν νομίζω να την έχει καταλάβει κάποιος,
μέχρι και σήμερα, αλλά οκ,
όταν το κάνω, χαίρομαι λίγο παραπάνω, δεν θα το κρύψω..
το κάτι μου κρύβεις λογικά είναι και το χιτάκι του δίσκου,
έπαιξε παντού,
και είναι απόλυτα δικαιολογημένο,
τα έχει όλα, εξαιρετική μουσική,
έξυπνοι στίχοι, και ένα ανάλογο βίντεο.
μαγαζί που κλείνει, καπνοί, ελάχιστα φώτα,
ναι είναι όλα σωστά.
εξαιρετικός δίσκος, κυλάει υπερβολικά εύκολα,
δεν θα καταλάβεις πότε θα φτάσεις στο τέλος,
και πότε θα τον ξαναβάλεις να παίξει.
αγαπημένος απογευματινός δίσκος,
ανοιξιάτικος, με συνοδεία καφέ,
ένα τσιγάρο να καίγεται,
μία μνήμη να έρχεται,
μία άλλη να φεύγει.
είμαστε όλοι εδώ,
αόρατοι, και ορατοί.
το τραγούδι μου:
Αχ, Να Σε Δω
επειδή
έχω μία αγάπη για την μυθολογία,
και εδώ μας εξιστορεί έναν αγαπημένο μύθο,
αυτόν του ορφέα και της ευρυδίκης.
μία τρομερή εξιστόρηση της ανθρώπινης φύσης,
με όλα τα ελαττώματα και όλες τις δυνάμεις της.
με τον ορφέα να παίζει την λύρα,
και την ευρυδίκη, ούσα ερωτευμένη μαζί του,
να εντυπωσιάζεται με κάθε του νότα,
ακόμα και με τις φάλτσες, δεν είχε σημασία.
όλα πήγαν στραβά όμως, το κορίτσι μας πέθανε,
και όπως είναι γνωστό πήγε στον άδη.
στα βάθη των ωκεανών,
ακούω τον ήχο των σεισμών,
και από την γη που άνοιξε,
περνάω στον κάτω κόσμο,
να βρω όλα τα χαμένα,
ίσως να βρω και εσένα
εδώ βλέπουμε την δύναμη του ορφέα,
αφού κατάφερε να πάρει την έγκριση των θεών,
για την φέρει πίσω, μάγεψε τον κέρβερο,
και όποιον άλλον συνάντησε με την μουσική του,
και έτσι κατάφερε να να την πάρει από τον άδη,
να την φέρει στον πάνω κόσμο.
ο όρος ήταν να την πάρει,
αλλά μέχρι να ανέβει στην γη,
να μην γυρίσει να κοιτάξει την αγαπημένη του,
κατά την διάρκεια της διαδρομής.
και εδώ βλέπουμε την αδυναμία του ορφέα,
αφού δεν κατάφερε να τηρήσει αυτόν τον όρο,
και έτσι χάθηκε για πάντα η αγαπημένη του..
για αυτόν τον μύθο μας μιλάει αυτό το τραγούδι,
όχι τόσο ξεκάθαρα, κάπως συγκαλυμμένα,
αφού δεν μας λέει το τέλος,
απλά μας αναφέρει διακριτικά ότι κάτι ψάχνει,
κάτι θέλει να βρει.
ίσως γιατί καμιά φορά μπορεί να αλλάζει το τέλος στις ιστορίες.
εγώ δεν κοιτάω πάντως.


