Wednesday, December 26, 2018

33. the gun club - lucky jim [1993]

μάλλον καταραμένος.
αν και ψάχνοντας την έννοια της λέξης, 
μιλάει για τιμωρία μετά θάνατον, από τον θεό,
κάτι που περιπλέκει παραπάνω, 
τα ήδη δύσκολα πράγματα που θα αναφερθούν εδώ.
μάλλον έζησε αυτήν την κατάρα, ενώ ήταν στην ζωή,
ας υποθέσουμε αυτό.

ο j.l.pierce ήταν οι gun club.
πολλές, πάρα πολλές αλλαγές μελών,
λόγω του ιδιαίτερου χαρακτήρα του,
λόγω της συμπεριφοράς του,
λόγω των ουσιών ίσως.

λόγω όλων αυτών,
έφυγε από την ζωή μόλις στα 37,
από εγκεφαλική αιμορραγία λέει η αστυνομική έκθεση,
ενώ ήταν ήδη οροθετικός,
είχε κύρωση του ύπατος και ηπατίτιδα.

το μόνο θετικό σε όλα αυτά,
είναι ότι πρόλαβε να ηχογραφήσει πολλά.

δεν θα μιλήσουμε για έναν καλλιτέχνη που ακόμα αναρωτιόμαστε τι θα έκανε,
αν ζούσε λίγο παραπάνω.
αυτός όντως έζησε λίγο παραπάνω.
είχε γράψει κάποτε ένα κομμάτι για κάποια που αγάπησε,
και το ονόμασε she's like heroin to me.
όχι τόσο ψηλά όσο η Η. αλλά ξέρεις, αρκετά ψηλά.

ο λόγος που βάζω τον τελευταίο δίσκο της μπάντας,
τον έβδομο, αν μετράω καλά,
και όχι κάποιον από τους εξαιρετικούς πρώτους,
είναι καθαρά προσωπικός.

έχει κάποια πιο γρήγορα κομμάτια,
αλλά εδώ όταν αποφασίζει να ρίξει τις ταχύτητες,
δείχνει το dna του,
για πόσο μεγάλα πράγματα ήταν φτιαγμένος.

καλό και το sexbeat,
αλλά το συναίσθημα του cry to me,
δεν το πιάνει ούτε για αστείο.

έχω διαβάσει πολλούς χαρακτηρισμούς,
country-punk, post-punk, psychobilly, 
αλλά αυτό που ταιριάζει καλύτερα στα δικά μου αυτιά,
είναι το punk blues.

ένας άνθρωπος με τρομακτική αγάπη για τους blondie,
ήταν πρόεδρος σε fan club τους αν δεν κάνω λάθος,
και οι blondie τον βοήθησαν αρκετά στην καριέρα του τολμώ να πω,
ένας άνθρωπος που εντυπωσιάστηκε από την απλότητα της reggae,
που έζησε για πολύ καιρό στην ιαπωνία,
έφτιαξε ό,τι πιο αμερικάνικο έχω ακούσει.

και χρησιμοποιώ αυτόν τον χαρακτηρισμό με θετική έννοια.

τόσο διαφορετικά μεταξύ τους όλα αυτά,
που έφτασαν στην απέναντι όχθη,
να δέσουν σχεδόν τέλεια μεταξύ τους,
με το αποτέλεσμα να είναι ατελείωτα συμπαγές.

ο δίσκος κυλάει νεράκι,
αν το νεράκι έχει μπόλικη δόση αλκοόλ μέσα.

ο πόνος που έχει μέσα του η φωνή του jeffrey είναι μοναδικός, αληθινός.
ο συνδυασμός του θανάτου του, 
με αυτήν την κυκλοφορία,
μου δημιουργεί τόσα συναισθήματα,
όσο ελάχιστοι δίσκοι το έχουν καταφέρει μέχρι σήμερα.

λίγα χρόνια πριν,
δούλευα ένα μεσημέρι,
και έρχεται μία μητέρα μαζί με την κόρη της,
το πολύ 15 η μικρή, το πολύ 45 η μαμά.

ευγενικότατες και οι δύο,
και μου ζητάει η μικρή τον δίσκο της lianne la havas,
indie-folk με λίγη soul,
μια χαρά δίσκος γενικότερα,
ειδικά αν σκεφτείς τον οχετό ποιότητας που βασιλεύει σε αυτές τις ηλικίες.

σε κάποια φάση γυρίζει η μαμά,
νοικοκυρά full extra σε πρώτη εκτίμηση,
κοιτάει τα βινύλια,
και κολλάει κάπου.
την ρωτάω αν είδε κάτι ιδιαίτερο,
και παίρνει το miami, έναν προηγούμενο δίσκο των gun club,
που προφανώς(sic) και είχε staff pick μου,
και με ρωτάει αν είμαι ο άρης.

απαντάω θετικά,
και μου λέει ότι τους είχε δει στον Ελλήσποντο,
και μου γνέφει διακριτικά προς την κόρη της,
που κοιτούσε τα cd ακόμα,
ε, μετά ήρθε η μικρή, οπότε φαντάζεσαι..

είναι τρομερό το τι μπορεί να κουβαλάει ο καθένας μέσα του,
τι ιστορίες θα έχει να σου πει,
αν κάτσεις να ρωτήσεις, να ασχοληθείς.
αυτό το γεγονός με άλλαξε, δεν αστειεύομαι,
με έκανε να βλέπω πολύ διαφορετικά τους ανθρώπους,
αυτή η πρώτη εντύπωση είναι πολύ άσχημο πράμα τελικά.

ξέφυγα, επανέρχομαι όμως.

ναι, αυτός είναι ο αγαπημένος μου δίσκος των gun club,
αν και δεν είναι ο καλύτερος στα rating στα ιντερνέτς,
αυτός είναι όμως για μένα.

αυτή η ηρεμία που έχει,
αυτό που κυλάει ένα τραγούδι,
και σου βγάζει μνήμες, που ξεχνάς το τραγούδι που ακούς,
και συγκεντρώνεσαι στα δικά σου,
και μετά τελειώνει το τραγούδι και εκνευρίζεσαι που δεν το άκουσες,
και το ξαναβάζεις, και ξανασυμβαίνει το ίδιο,
αυτό είναι εδώ. 
αυτό παθαίνω εγώ τουλάχιστον.

αυτό συμβαίνει στο cry to me,
στο idiot waltz, στο lucky jim.

ένα ταξίδι που ποτέ δεν τελειώνει (κλεμμένο),
αλλά αν πατήσεις play, θα ξεκινήσει,
και πίστεψέ με, αξίζει.

η φωνή του, 
η μουσική, οι στίχοι, όλα.

γιαυτό άλλωστε και κάτι τύποι σαν τους θεούς μου-μας (θέλω να πιστεύω),
nick cave, mark lanegan, mick harvey, iggy pop, thurston moore,
έχουν άμεση και έμμεση σχέση με την μουσική του.
αλλά δεν θέλω να επεκταθώ για αυτό, 
το κρατάω για κάτι άλλο, να με συγχωρείτε...



το κομμάτι μου:
Anger Blues


επειδή
το 7:44 της διάρκειας είναι λίγο,
επειδή είναι τόσο blues, όσο και punk,
ρίξε στο γυαλί φαρμάκι, σε μία πιο δική μας έκδοση.

oh she got the devil,
makes it so i always lose

oh she got the devil,
with her i can only lose

just struttin' through my life,
singing this anger blues

είναι αργά, θα το βάλω στο repeat,
και αν ρωτάτε εμένα,
περιμένετε να νυχτώσει, 
κλείστε τα φώτα, 
βάλτε το κομμάτι να παίξει, 
και πείτε μου που θα σας βγάλει ο δρόμος (του).

άντε στην υγειά μας
στον jeffrey,
και σε όλα αυτά που θέλουμε δίπλα μας, 
αλλά δεν είναι.


The Gun Club:
Jeffrey Lee Pierce
Romi Mori
Nick Sanderson






ΥΓ. (ξεκίνησα να το γράψω χτες αυτό, 
αλλά δεν με άφησες, ευτυχώς)

Friday, December 14, 2018

32. τα ξύλινα σπαθιά - μια ματιά σαν βροχή [1997]

βάλτε φωτιά, κάψτε τις νύχτες

πόσο με αρέσει αυτή η φράση

ίσως λίγο περισσότερο, ελάχιστα,
από τότε που νομίζω πως ακούω
φωνές από τ'αστέρια,
πέρασαν τόσα καλοκαίρια χωρίς να καταλάβω πως
ανατινάζεται το φως, τις κυριακές τα μεσημέρια.

αυτό είναι από αλλού όμως.

τι σκατά γινόταν στην ελληνική σκηνή στα 90's ρε γαμώτο,
πραγματικά θα ήθελα να ξέρω.
σε εκείνη την δεκαετία ανδρώθηκα,
αλλά την βρήκα έτοιμη,
δεν θυμάμαι το πριν,
το δέχτηκα σαν δεδομένο,
έτσι ήταν τα πράγματα,
με τις κασέτες, τα cd σε ελάχιστες περιπτώσεις,
τις ανταλλαγές που έγιναν κτήμα στο φινάλε,
την μουσική που είχε άλλη διάσταση τότε.

προφανώς και δεν μπορώ να είμαι αντικειμενικός,
στο δικό μου κεφάλι αυτό είναι το ορθό παρόλα αυτά,
μη με ρωτάς αν το σήμερα είναι λάθος,
δεν θα ακούσεις τέτοιες κουβέντες από εμένα,
δεν είμαι τέτοιος.

είναι δύσκολο να μιλήσω για κάποια δισκάκια,
να πόσο μάλλον να γράψω,
καθώς σήμερα, 21 χρόνια μετά,
οι αναμνήσεις είναι μεγαλύτερες από τον δίσκο.

θα μπορούσα να γράψω μία ιστορία για κάθε κομμάτι,
κάτι που μοιράστηκα με έναν συγκεκριμένο άνθρωπο,
μία φορά ή και περισσότερο,
φοβάμαι πως δεν έχει σημασία όμως.

είχα ρωτήσει έναν καλό φίλο,
γνωστό αθλητικό παραγωγό της πόλης,
που είναι δικό μας παιδί, νιώθει από μουσική,
την άποψή του για τα σπαθιά,
και με είχε πει κάτι πολύ χαρακτηριστικό.

ήταν στο live που είχαν παίξει πρώτη φορά το ρομπότ.
έκανε τον πρόλογο ο παυλίδης,
θα σας παίξουμε ένα κομμάτι από τον καινούριο δίσκο,
είναι η πρώτη φορά που το παίζουμε ζωντανά κτλ,
και από την δεύτερη νότα,
έγινε ο κακός χαμός κάτω,
χοροπηδούσαν και τα τσιμέντα.

προσπάθησα να σκεφτώ κάτι παρόμοιο που ίσως έχω ζήσει,
δεν μου ήρθε κάτι.

και το καταλαβαίνω.

κάτι είχε εκείνο το timing μάλλον,
σίγουρα το ταλέντο περίσσευε στα σπαθιά,
εδώ όμως μιλάμε για έναν από τους καλύτερους δίσκους που φτιαχτήκαν από έλληνες.

δεν μπορώ να γνωρίζω τα εσωτερικά της μπάντας,
αν ήταν θετικά ή αρνητικά,
το ζήτημα είναι πως η όποια κατάσταση,
μεταφράστηκε σε τέχνη. σε ήχους. σε λόγια.

πριν από λίγο καιρό,
βρέθηκα σε μία εκπληκτική παρέα,
ετερόκλητη εκ πρώτης όψεως,
με μία τεράστια κοινή βάση όμως,
που φάνηκε σημαντικότερη από όλα,
στην οποία παρέα ήταν και ο Τόλιος,
ο ντράμερ από τα σπαθιά.

δεν το βγάζεις το πανκ από πάνω σου (κύριε Πάνο μας),
αυτό κατάλαβα εγώ, μετά από τις συζητήσεις μας,
τις ιστορίες που ανταλλάξαμε,
και πόσο με ηρέμησε αυτό.

είδα έναν άνθρωπο να γυαλίζει το μάτι του όταν αναφέρεται σε πράγματα που αγαπά,
χωρίς ίχνος αλαζονείας,
αν και είμαι σίγουρος πως έχει εικόνα από αυτά που έχει αφήσει πίσω του,
το πόσο σημαντικά είναι, πόσο ουσιαστικά.

δεν μπορώ να ξεχάσω τον Γιάννη,
που όποτε ερχόταν στο pulp έβαζα το παράξενο τραγούδι και πίναμε σφηνάκι,
δεν γίνεται να ρίξω κάτω από το χαλί τις μνήμες μου, δεν θέλω.

δεν γίνονται για το "παντοτινό" αυτά,
για να τα κουβαλάμε και να αισθανόμαστε γίνονται,
αφού λένε πως αν αγαπήσεις,
αυτό το μαύρο φως αλλάζει χρώμα,
νομίζω πως λένε και κάτι ακόμα..

ευτυχώς δεν είναι δίσκος που έχω ξεχάσει,
ευτυχώς όλο κάτι γίνεται και τον θυμάμαι,
δεν έχει σημασία το πρόσημο,
δεν μπορώ να ρίξω κάτω από το χαλί ό,τι αρνητικό κινείται,
και δεν θέλω, για να πω την αλήθεια.

φοβήθηκα να γράψω για έναν τόσο σημαντικό δίσκο,
ειδικά μετά από τόσο καιρό απουσίας,
αλλά δεν μπορώ να σταματήσω να φέρνω καταστάσεις μπροστά μου,
μάλλον καλά έκανα, θα πω τώρα στο τέλος.

κρατάω την υπέροχη μουσική,
και αυτούς που σπρώχνουν τις ψυχές μας στην πορνεία, μία-μία,
τις δικές τους θα τρυπήσει μαύρο βέλος,
γιατί ο δρόμος είναι αλήθεια,
χίλια και ένα παραμύθια,
είναι το σπίτι μας, δεν έχει τέλος.


αλλά και αν έχει, δεν πειράζει.
αρκεί να είμαστε αγκαλιά.


το κομμάτι μου-μας:
Στο Βράχο

επειδή
όποτε κλείναμε τότε με την Τέτα,
πάντα το ζητούσε,
σπάνια το έβαζα μόνος μου.

δεν ήθελα να φέρω κάποιον άθελά του στο άκουσμα του τραγουδιού,
δεν μπορείς να ξέρεις τις αντιδράσεις που θα λάβεις,
και αυτό είναι ένα ρίσκο που δεν ήθελα να πάρω.

ναι, τέτοια δύναμη έχει αυτό το κομμάτι.

πολλοί συμβολισμοί,
και ακόμα περισσότερες ιστορίες για τον λόγο δημιουργίας του τραγουδιού.

εκείνη η στιγμή που λέει
μη με ρωτάς αν η αγάπη ανασταίνει,
είναι η στιγμή που αδειάζεις το τραπέζι από τα προϊόντα του,
η στιγμή που όλα φαίνονται να είναι σε slow motion,
μα περνάει τόσο γρήγορα,
αυτή η στιγμή που έχει τόση ενέργεια,
γεμάτη από λέξεις που ήθελες να πεις,
από εικόνες που θα ήθελες να ξαναζήσεις,
από χαμόγελα που ξέχασες να μοιραστείς.

δεν έπρεπε να απαντήσεις σπαθιά ρε.


Τα Ξύλινα Σπαθιά:
Παύλος Παυλίδης
Βασίλης Γκουνταρούλης
Πάνος Τόλιος
Χρήστος Τσαπράζης