Friday, December 14, 2018

32. τα ξύλινα σπαθιά - μια ματιά σαν βροχή [1997]

βάλτε φωτιά, κάψτε τις νύχτες

πόσο με αρέσει αυτή η φράση

ίσως λίγο περισσότερο, ελάχιστα,
από τότε που νομίζω πως ακούω
φωνές από τ'αστέρια,
πέρασαν τόσα καλοκαίρια χωρίς να καταλάβω πως
ανατινάζεται το φως, τις κυριακές τα μεσημέρια.

αυτό είναι από αλλού όμως.

τι σκατά γινόταν στην ελληνική σκηνή στα 90's ρε γαμώτο,
πραγματικά θα ήθελα να ξέρω.
σε εκείνη την δεκαετία ανδρώθηκα,
αλλά την βρήκα έτοιμη,
δεν θυμάμαι το πριν,
το δέχτηκα σαν δεδομένο,
έτσι ήταν τα πράγματα,
με τις κασέτες, τα cd σε ελάχιστες περιπτώσεις,
τις ανταλλαγές που έγιναν κτήμα στο φινάλε,
την μουσική που είχε άλλη διάσταση τότε.

προφανώς και δεν μπορώ να είμαι αντικειμενικός,
στο δικό μου κεφάλι αυτό είναι το ορθό παρόλα αυτά,
μη με ρωτάς αν το σήμερα είναι λάθος,
δεν θα ακούσεις τέτοιες κουβέντες από εμένα,
δεν είμαι τέτοιος.

είναι δύσκολο να μιλήσω για κάποια δισκάκια,
να πόσο μάλλον να γράψω,
καθώς σήμερα, 21 χρόνια μετά,
οι αναμνήσεις είναι μεγαλύτερες από τον δίσκο.

θα μπορούσα να γράψω μία ιστορία για κάθε κομμάτι,
κάτι που μοιράστηκα με έναν συγκεκριμένο άνθρωπο,
μία φορά ή και περισσότερο,
φοβάμαι πως δεν έχει σημασία όμως.

είχα ρωτήσει έναν καλό φίλο,
γνωστό αθλητικό παραγωγό της πόλης,
που είναι δικό μας παιδί, νιώθει από μουσική,
την άποψή του για τα σπαθιά,
και με είχε πει κάτι πολύ χαρακτηριστικό.

ήταν στο live που είχαν παίξει πρώτη φορά το ρομπότ.
έκανε τον πρόλογο ο παυλίδης,
θα σας παίξουμε ένα κομμάτι από τον καινούριο δίσκο,
είναι η πρώτη φορά που το παίζουμε ζωντανά κτλ,
και από την δεύτερη νότα,
έγινε ο κακός χαμός κάτω,
χοροπηδούσαν και τα τσιμέντα.

προσπάθησα να σκεφτώ κάτι παρόμοιο που ίσως έχω ζήσει,
δεν μου ήρθε κάτι.

και το καταλαβαίνω.

κάτι είχε εκείνο το timing μάλλον,
σίγουρα το ταλέντο περίσσευε στα σπαθιά,
εδώ όμως μιλάμε για έναν από τους καλύτερους δίσκους που φτιαχτήκαν από έλληνες.

δεν μπορώ να γνωρίζω τα εσωτερικά της μπάντας,
αν ήταν θετικά ή αρνητικά,
το ζήτημα είναι πως η όποια κατάσταση,
μεταφράστηκε σε τέχνη. σε ήχους. σε λόγια.

πριν από λίγο καιρό,
βρέθηκα σε μία εκπληκτική παρέα,
ετερόκλητη εκ πρώτης όψεως,
με μία τεράστια κοινή βάση όμως,
που φάνηκε σημαντικότερη από όλα,
στην οποία παρέα ήταν και ο Τόλιος,
ο ντράμερ από τα σπαθιά.

δεν το βγάζεις το πανκ από πάνω σου (κύριε Πάνο μας),
αυτό κατάλαβα εγώ, μετά από τις συζητήσεις μας,
τις ιστορίες που ανταλλάξαμε,
και πόσο με ηρέμησε αυτό.

είδα έναν άνθρωπο να γυαλίζει το μάτι του όταν αναφέρεται σε πράγματα που αγαπά,
χωρίς ίχνος αλαζονείας,
αν και είμαι σίγουρος πως έχει εικόνα από αυτά που έχει αφήσει πίσω του,
το πόσο σημαντικά είναι, πόσο ουσιαστικά.

δεν μπορώ να ξεχάσω τον Γιάννη,
που όποτε ερχόταν στο pulp έβαζα το παράξενο τραγούδι και πίναμε σφηνάκι,
δεν γίνεται να ρίξω κάτω από το χαλί τις μνήμες μου, δεν θέλω.

δεν γίνονται για το "παντοτινό" αυτά,
για να τα κουβαλάμε και να αισθανόμαστε γίνονται,
αφού λένε πως αν αγαπήσεις,
αυτό το μαύρο φως αλλάζει χρώμα,
νομίζω πως λένε και κάτι ακόμα..

ευτυχώς δεν είναι δίσκος που έχω ξεχάσει,
ευτυχώς όλο κάτι γίνεται και τον θυμάμαι,
δεν έχει σημασία το πρόσημο,
δεν μπορώ να ρίξω κάτω από το χαλί ό,τι αρνητικό κινείται,
και δεν θέλω, για να πω την αλήθεια.

φοβήθηκα να γράψω για έναν τόσο σημαντικό δίσκο,
ειδικά μετά από τόσο καιρό απουσίας,
αλλά δεν μπορώ να σταματήσω να φέρνω καταστάσεις μπροστά μου,
μάλλον καλά έκανα, θα πω τώρα στο τέλος.

κρατάω την υπέροχη μουσική,
και αυτούς που σπρώχνουν τις ψυχές μας στην πορνεία, μία-μία,
τις δικές τους θα τρυπήσει μαύρο βέλος,
γιατί ο δρόμος είναι αλήθεια,
χίλια και ένα παραμύθια,
είναι το σπίτι μας, δεν έχει τέλος.


αλλά και αν έχει, δεν πειράζει.
αρκεί να είμαστε αγκαλιά.


το κομμάτι μου-μας:
Στο Βράχο

επειδή
όποτε κλείναμε τότε με την Τέτα,
πάντα το ζητούσε,
σπάνια το έβαζα μόνος μου.

δεν ήθελα να φέρω κάποιον άθελά του στο άκουσμα του τραγουδιού,
δεν μπορείς να ξέρεις τις αντιδράσεις που θα λάβεις,
και αυτό είναι ένα ρίσκο που δεν ήθελα να πάρω.

ναι, τέτοια δύναμη έχει αυτό το κομμάτι.

πολλοί συμβολισμοί,
και ακόμα περισσότερες ιστορίες για τον λόγο δημιουργίας του τραγουδιού.

εκείνη η στιγμή που λέει
μη με ρωτάς αν η αγάπη ανασταίνει,
είναι η στιγμή που αδειάζεις το τραπέζι από τα προϊόντα του,
η στιγμή που όλα φαίνονται να είναι σε slow motion,
μα περνάει τόσο γρήγορα,
αυτή η στιγμή που έχει τόση ενέργεια,
γεμάτη από λέξεις που ήθελες να πεις,
από εικόνες που θα ήθελες να ξαναζήσεις,
από χαμόγελα που ξέχασες να μοιραστείς.

δεν έπρεπε να απαντήσεις σπαθιά ρε.


Τα Ξύλινα Σπαθιά:
Παύλος Παυλίδης
Βασίλης Γκουνταρούλης
Πάνος Τόλιος
Χρήστος Τσαπράζης







No comments:

Post a Comment